ο προσωπικός διπροσωπισμός μου

με την μάσκα μου για ατου μου να κοιτώ με τα πλαστικά μου μάτια τα πλαστικά μάτια της μάσκας του εχθρού μου

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

eh?

Why do birds still will to fly?
The room's so filled up that it is small like a prison cell
Keepin’ calm is as hard as paying my taxes as hard as still breathing
Keepin’ calm is as hard as livin with fools
I pray for the believers; may the apocalypse come soon
Or their money will be gone for good and their hopes will be totally shattered.

The nights I cannot sleep; the sound of metal tortures my ears
Coins, so many coins falling from the sky
Dropped by some rich-corporation god sitting on his throne at the business skies
Throbs into my head while I'm sitting on my toilet, shitting my dreams out
That's called intoxication in this capitalistic world
Capitalistic words comin’ out from the mouths of silent killers, hitting like swords
I tried to resist they splat my neck open
Can't cry out loud but can laugh out loud as much as I want when online
Just by typing three letters on my keyboard
LOL
I'm so fuckin proud of myself
Blaw!
Your guns go POW POW my guns go… ow wait I got no guns
So I guess I shall start runnin away
But I am a little too crazy or maybe a little too lazy or just a little bit more clever
So I think it's better for me to stay and embrace your bullets like a pretty super star Embraces a pile of flowers
From an enthusiastic fan

I got my problems just as anyone else
Thing is the solutions are hidden in a box in which I'm afraid to glance
I got my problems I know I said I will not shake, I will not cry
But I can't find the answer; why do birds still will to fly?

Πέμπτη 18 Απριλίου 2013

Άλλος ενας κύκλος κλείνει.

Σημείωση στο ημερολόγιο

Σε λίγο η θητεία μου σε αυτόν τον όροφο λήγει διπλανέ.

Δώδεκα ολόκληρα χρόνια πέρασαν στον βόθρο διπλανέ. Εν αρχή χαμόγελα, τώρα πίκρα και κάβλα να τους γαμήσουμε. «για κάπου αλλού πηγαίναμε και γίναμε σκατά». Αυτό μου έρχεται στο νου όσο σκέπτομαι τα δώδεκα αυτά χρόνια που πέρασαν.

Από την αρχή δεσμώτης, αρχικά εν άγνοια και ύστερα συνειδητά αποστασιοποιημένος από το περιβάλλον μου. Ανάμεσα σε ένα τσούρμο από κούφια κεφάλια μετά από δώδεκα χρόνια υποχρεωτικής θητείας πλέον νιώθω εγώ ο τζούφιος. Όλοι αποχαιρετίζονται μεταξύ τους με χαρές και δάκρυα, ανταλλάσσοντας ευχές για επιτυχία και μακροζωία. Υπόσχονται να μην χαθούν σαν φύγουν από εδώ μέσα. Οι ίδιοι αύριο θα εκμεταλλευτούν ο ένας τον άλλον για λίγη δόση κοινωνικό-οικονομικης ανέλιξης. Όλοι, με την πρώτη ευκαιρία. Παρόλα αυτά αυτό θα γίνει αύριο. Σήμερα όλοι ακόμη είναι φίλοι και αγαπημένοι μεταξύ τους, έτσι πρέπει διπλανέ, βλέπεις ακόμη όλοι μοιράζονται τον ίδιο βόθρο και ,όλοι ανεξαιρέτως, κολυμπάμε , ακόμη, στο ίδιο σκατόνερο.

Τελικά είναι εύκολο να αγνοήσεις την βρώμα, αρκεί να πείσεις τον εαυτό σου ότι η κοπριά μυρίζει λεβάντα. Σκέπτεσαι, μπορεί σήμερα να είναι άσχημα αύριο όμως θα είμαι ελεύθερος. Θα μπω σχολή, θα πάω για μεταπτυχιακό, θα βρω δουλειά, θα γαμίσω διάφορες, θα κάνω πάρτι, θα πάρω αμάξι, θα παντρευτώ, θα βρω σπίτι, θα κάνω παιδιά. Πςςς γαμάει. Πςςςς ΓΑΜΑΩ.

Έτσι όλοι μιλάνε χαμογελαστοί και έτοιμοι να πετύχουν αύριο. Όμορφα, όλα είναι όμορφα εδώ στον βόθρο διπλανέ. Η κοπριά δεν εμποδίζει κανέναν να φοράει τα πλούσια αρώματα που αγόρασε στα γενέθλια του και να εκτελεί τον ρόλο που διάλεξε να παίξει με τα χρόνια. Μάλιστα, τον τελευταίο καιρό είναι τρέντι ο ρόλος του αριστερού ή του νεοναζί. Όμορφα πράγματα. Αγοράκια και κοριτσάκια ξεφουρνίζουν επαναστατικά ή πατριωτικά τσιτάτα,  σκαλίζουν σβάστικες ή αλφάδια στα θρανία και διαβάζουν αναλύσεις του μαρξισμού την ώρα του μαθήματος  .Ή τουλάχιστον παριστάνουν ότι διαβάζουν. Εξ’ άλλου ο στόχος ποτέ δεν ήταν το διάβασμα, το περιεχόμενο των βιβλίων φτιάχτηκε για να υπάρξει η δικαιολογία να φτιαχτεί άλλο ένα ελκυστικό εξώφυλλο. Οι δήθεν το παίζουν δήθεν-αντί-δήθεν . Εναλλακτίλα.

Με λίγα λόγια ο καθένας έχει κάτι μέσα του. Είτε αυτό είναι ιδεολόγημα είτε κάνα εκχύλισμα ουράνιου τόξου, όλοι και όλες έχουν κάτι μέσα τους και, αφού το έχουν, οφείλουν και το επιδεικνύουν στους υπόλοιπους «συναδέλφους» τους με μανία και ζήλο. Είμαι περήφανος που δεν έχω τίποτα. Δεν αξίζει να χεις κάτι, δεν το αξίζουν να έχεις κάτι. Πόσο μάλλον κάτι για αυτούς. Ένας κανένας λοιπόν, δίχως τίποτα το ενδιαφέρον, ακόμη ένα καμένο μυαλό, περιμένοντας την ποθητή στιγμή για αλλαγή, φροντίζω να σαπίζω με το κεφάλι μου ψηλά. Δώδεκα χρόνια αμόλυντος (ή μπορεί και όχι, αλλά να μου ρε, σίγουρα περισσότερο αμόλυντος από τους υπόλοιπους) μέσα στον βόθρο, ετοιμάζομαι για το αύριο. Όχι για το δικό τους "αύριο" όμως,. Δυστυχώς δεν υπάρχει τίποτα το χαρούμενο στο πραγματικό αύριο που γράφει επιδεικτικά στα αρχίδια του τα ποθητά «αύριο» των υπολοίπων. Μπες στο επόμενο ίδρυμα, πάρε το χαρτί απόδειξης πως είσαι έτοιμος για παραγωγή, παρήγε, κατανάλωσε και ψόφα. Ζήσε μια ζωή όχι επιτυχημένα αλλά επιτυχώς. Και μην ξεχνάς να καλοπερνάς όμως ταυτοχρόνως ε; γιατί η φτώχια θέλει καλοπέραση διπλανέ.

Αύριο δεν φεύγω από τον βόθρο, αύριο απλώς παίρνω βαθιά ανάσα και βουτώ βαθύτερα. Δεν φοβάμαι. Έχω την συμπαράσταση όλων και ένα κάρο ευχές για «επιτυχία και μακροζωία». Αύριο μπορεί και να ΓΑΜΑΩ ε; ποιος ξέρει. Μπορεί. Κάθε χρόνο και χειρότερα, άρα μπορεί και το δικό μου  κεφάλι να γεμίσει μόνιμα από τα σκουπίδια του βόθρου και να γίνει μια αξιαγάπητη χωματερή. Ποιος ξέρει.

Μέχρι την έκβαση όμως ηρεμία διπλανέ, διατηρώ ακόμη την οσμή μου και ενώ νιώθω στα ρουθούνια μου την σαπίλα, κατ' αυτόν τον τρόπο αποφεύγω κάθε σάπιο. Ηρεμία.

Δώδεκα χρόνια μες τον βόθρο και αύριο πάλι σε αυτόν, πιο βαθιά, πιο βρώμικος. Μου έδωσε ότι έπρεπε να μου δώσει, κρατώ ότι θέλω. Κρατώ δέκα φίλους, και έναν δάσκαλο. Οι άλλοι ή εχθροί ή αδιάφοροι. Όσο κάποιος δεν θα σταθεί δίπλα να γίνουμε σκαλί προς την εξέλιξη και να σπάσουμε παρέα την τροχιά του φαύλου κύκλου, περνά αδιάφορος και αν μείνει στάσιμος και αποτελέσει τροχοπέδη για την ποθητή αλλαγή γίνετε εχθρός. Απλά πράγματα. Κρατώ ότι απαραίτητο ώστε να μην ξεχνώ που είμαι και τι ζητώ. Ακόμη θυμάμαι πως δεν μοσχοβολώ αλλά ΒΡΩΜΑΩ γαμημένοι και έτσι έχω το ευχάριστο να ενοχλώ με την μυρωδιά της αποσύνθεσης τους διπλανούς που νομίζουν ότι ακόμη πατάνε σε λουλούδια ενώ χρόνια τώρα το πάτωμα έχει καλυφτεί με πτώματα.

Κρίνε για να κριθείς. Σκέψου ή αλλιώς την ξέρεις την συνέχεια.

Σε όσους μένουν αμόλυντοι και ας ξέρουν πως βρωμάνε.
Έως την αλλαγή,
                              καλή σας νύχτα συντρόφιμοι.







Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

συνειρμός 1

Ευτυχώς ή δυστυχώς υπάρχει ο τροχός που κινεί
Το γιατί, το ποιος, το πώς ,έτσι κι αλλιώς
Κανείς μας δεν είναι ελεύθερος απλά ο ασκός
Των επιλογών μας διαφέρει σε μέγεθος
Αν είσαι πλούσιος ή φτωχός, αστός ή μικροαστός ή απόκληρος απλώς
Όμως τα όρια σπάνε όταν βυθίζομαι ολόκληρος στην σκέψη
Κάνοντας σκέψεις, φέρνοντας τέρψεις σε ανοιχτές
Και πεινασμένες υποθέσεις του μυαλού μου
Γεμίζω με γέλιο την κάθε γωνία του υπαρξιακού υπόγειου μου
Κάθε φόρα που βρίσκω αυτό που ζήτω
Και πραγματοποιώ επιτυχώς την γέννα άλλου ενός παιδιού μου
Όνειρα, αρώματα μεθυστικά κι εθιστικά, προερχόμενα
Από μέρη μακρινά, ονειρικά κι απόμερα
Από μήτρες πλασμάτων αινιγματικών, ανήσυχων συνειρμών
Και ατέρμονων περιπλανήσεων στα νερά του σύμπαντος
Που υπάγεται στο περιεχόμενο του κεφαλιού μου
                                                                         Ακροβατώ
Πατώ σε κάθε τι βατό και προσπαθώ να περάσω στο άβατο
Πριν γεράσω, ξεχάσω και χάσω τον αυτοέλεγχο, άγνωστο
Το αν θα καταφέρω να ακουμπήσω τον υπεράνθρωπο
Μα κάθε ενδεχόμενο ποτέ του δεν μου περνά αδιάφορο, αρά προσπαθώ
Ακόμα.

Παρένθεση, στον κόσμο που σιωπή δεν υποδηλώνει συνενοχή
Αλλά απλώς σύνεση προσχωρώ σε αίρεση
Εντάσσοντας τον εαυτό  μου στην διαίρεση των πληθυσμών,
Ατόμων ισχυρών και ατόμων πολλών
Ατόμων ελευθεριακών και ατόμων σε μοντέλα
                                                                     Εντολών
Ατόμων άβουλων και άμαθων και ατόμων με την ψευδαίσθηση
Ουσιαστικών γνώσεων και τάση για κατάρριψη των ορίων των ορίων τους.
Κλείνω

Και ο γρίφος δεν τελειώνει, δεν λιώνει ποτέ.

1






Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

****000

  • #%^#8$ πωπω πραγματικα φοβαμαι λιγακι το τι ειμαστε σε σχεση με τον κοσμο
    ειδικα στο τελευταιο zoom out κι ας ηταν απο pc
    ·
  • *&^%$&Σε εμενα τουλαχιστον,τα λογια του Sagan ειναι μια υπενθυμιση για το ποσο βυθισμενος στο ψευτικο μεγαλειο του ειναι ο μεσος ανθρωπος,θεωροντας οτι εχει προσωπικη σχεση με τον δημιουργο του συμπαντος,'σκοπο' υπαρξης και αλλες τετοιες παπαριες.Σε δυο αιωνες θα ειμαστε σκονη και καθε τετοια ψευδαισθηση θα εχει χαθει αλλα η ανθρωποτητα προσπαθει να δημιουργησει 'νοημα',να μας κανει να νιωσουμε καλυτερα λεγοντας οτι υπαρχει ενα τεραστιο σχεδιο για ολα αυτα,λες και αν νομιζεις οτι υπαρχει κατι μετα το θανατο θα αλλαξει το γεγονος οτι ο θανατος ειναι το μονο σιγουρο για εμας.Αλλα ειναι η ελλειψη σχεδιου,η ελλειψη νοηματος που κανει τη ζωη δωρο.Ακριβως γιατι ειμαστε τοσο ασημαντοι μπροστα σε ενα τεραστιο κοσμο,εχουμε ελευθερια,εστω και αν ειναι για ~74 χρονια.Μπορεις να γινεις φιλοσοφος,αστροφυσικος,αλκοολικος λογοτεχνης ή αλκοολικο αποβρασμα,φασιστας,αντιφασιστας,αγωνιστης και ο,τι αλλο υπαρχει αλλα και παλι θα εισαι ισος απεναντι στο θανατο.Οποτε,ας απολαυσουμε το λιγοστο χρονο που εχουμε σε αυτη την υποδιαιρεση του κοκκου σκονης.Οσον αφορα τους οξυγονο-ληστες που θεωρουν οτι ο κοκκος σκονης που ειναι η Γη(ή,ακομα χειροτερα,η χωρα τους) ειναι το κεντρο του Συμπαντος και οι ζωες τους ειναι σημαντικες,τους γαμα ο Cthulhu.
      http://images.wikia.com/powerlisting/images/9/90/Great-cthulhu.jpg

     Απόκομμα από συνομιλία φιλικών προσώπων σε γνωστό ιστότοπο κοινωνικής δικτ-ίωσης.







    συννεφακαπνων- ο αναρχικός Χριστός

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Δερματολογικό 7 π.μ. Συγκρού

Βιος και πολιτεία
Πολιτισμένοι βάρβαροι διατηρούμε πολιτισμένα
Τον πολιτισμό μας πίνοντας ευγενικά τσάι
Καθισμένοι πάνω στα κεφάλια των αποκεφαλισμένων
Πρώην δούλων μας
Έτσι ζούμε τον έρωτα

Αμεσότητα, σάρκα κόντρα στην σάρκα
Μα εφ’ όσων δεν εκτιμούν την απλότητα οι σύγχρονοι πολιτισμοί
Η πούδρα είναι ακριβή οπότε η σάρκα μένει γυμνή
Και καθώς γυμνές τρίβονται μεταξύ τους
Όλο και αυξάνει η τριβή
Περίεργη κατάσταση όντως

Κρίσιμα ερωτήματα γεννάει το μυαλό μου
Όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ απ’ τον θόρυβο
Της αιωνίας πάλης των σαρκών των δραστών-εραστων
Το πιο σημαντικό ποια θα σκιστεί πρώτη για να μας περιλούσει
Με το καυτό αίμα που χαρακτηρίζει τους αμαρτωλούς
Και το αμέσως επόμενο
Αν θα καταφέρω να παραμείνω ξύπνιος μέχρι τότε
Για να προλάβω να ανοίξω εγκαίρως το στόμα μου

Μμμ γευστικά μου αφροδίσια νοσήματα

Πανικός, οι ορμόνες μας αυτοκτονούν
Και μαζί τους οδηγούν και μας στον χαμό
Ότι είναι κερδοφόρο δεν είναι κακό
Και ότι ηδονικό και ηθικό
Άρα καιρός να αποδεχτούμε την φύση μας
Και να αρχίσουμε να σκοτώνουμε ζωές
Αρκεί να καυλώνουμε με αυτό

Βία και πολιτεία
Βιος και πολιτεία, πολιτεία και βιος βίαιος
Και μέσα σ’ αυτόν ψάχνουμε την ουσία
Ή καμία δικαιολογία για να μην λέμε καλημέρα

Μα δεν υπάρχει



Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

x λεπτά πριν απ την έκρηξη

Αναπολώ, κουράστηκα να ζω μόνο με το μυαλό
και το σώμα εγκλωβισμένο και νεκρό
στο δωμάτιο με το κουτί
κάθε τι που θέλει να εκφραστεί
εν τέλει θα εκραγεί ή θα παραμείνει βουβό
γιατί εδώ, δεν έχει χώρο
για κανέναν και για τίποτα
που δεν σου φέρνει χρήματα,
που δεν σε ανάγει σε αφεντικό
και αφού όλοι είναι χαρούμενοι στον καπιταλισμό
μεταπλάθω το εγώ μου στο κακό και εισάγω τον κυνισμό
την ηθική μου ακολουθώ
ψάχνω κάθε μέρα εδώ, να βρω
επικοινωνία με άτομα σαν και μένα, καμένα
να πάρω έναυσμα και γνώση να καώ

χρόνια δύσκολα,
μπόρα από σκέψεις στο κεφάλι σου
και οι άλλοι από πάνω σου
να σε γαμάν ασύστολα
εντάσσουν καθημερινά μυαλά σαθρά
μέσα στο σύστημα
γήπεδο, καφές και πάμε στοίχημα
ο μπάτσος να βαρά αφού οπλίζει το κράτος
το χέρι του κάθε παλικαρά
και ο όχλος να εξυμνεί τον ασφαλίτη-χρυσαυγιτη
ομόφωνα σαν ήρωα

πες μου τι μένει
σε μια κοινωνία γαμημένη
εμπιστοσύνη σε κανέναν, γυρίζουμε
καχύποπτοι και έτοιμοι, υποψιασμένοι
πρέπει να μένουμε σπίτι κλεισμένοι ή οπλισμένοι
προχτές την γειτόνισσα απ τον τέταρτο
για μια σύνταξη και ένα κόσμημα
βρήκαν στο πάτωμα της δολοφονημένη

Η όραση μου θολωμένη, ζωή πνιγμένη
Για το μέλλον πόρτες κλειστές
το πτώμα ακόμα ζει, και ακόμα φωνάζει εντολές
επιβάλει περικοπές σε ανθρώπινες ζωές
για κεφάλαια πατάει κεφαλές,
μικρές και φτωχές αλλά πολλές
θέλει ότι θέλει να το θες
και όσο συμβιβάζεσαι το πτώμα μεγαλώνει
και αποκτάει κορυφές

πτώμα οι ομάδες και πτώμα τα κινήματα
πτώματα αυτοί που δίνουν διαταγές
και αυτοί που εκτελούν σκυφτοί θελήματα
πτώματα σε σχολεία σε εταιρίες, καταλήψεις
και πτώματα σε τμήματα, ανά τμήματα
μέσα σε κεφαλιά ζει το πτώμα
ακόμα ζούμε σαπίζοντας
της σήψη μας ελέγχει το κόμμα

που είναι ο θεός μου;
κείτεται στο πάτωμα νεκρός
αφού και αυτός ήταν εχθρός μου
πήρα σε μια στιγμή λεπίδα με αποστολή
την κοινωνική αποκοπή
ήταν επώδυνη μα υποχρεωτική
τώρα νιώθω το κρύο ξύπνιος μέσα στο κελί,
βλέπω τα πάντα
δύο λέξεις με λογική μέσα στην υστερία σας
για να σιωπήσουν τα πάντα
μη με ενοχλείς διπλανέ, κάνε στην μπάντα
κουβαλώ εκρηκτικό μηχανισμό μέσα στο κεφάλι μου
και έναν εγκέφαλο στην τσάντα

μετρώ λεπτά πριν απ την έκρηξη
μετρώ λεπτά πριν απ την έκφραση
και σβήνουν τα πάντα

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Τέταρτος όροφος

Μέρα δευτέρα, ώρα επτά και μισή.
 
Ένιωθε σκατά. Χτες κοιμήθηκε αργά και σαν να μην έφτανε αυτό στριφογυρνούσε όλη νύχτα απ’ τον κακό ύπνο. Άσε που πήγαν να του κλέψουν και το αμάξι, χτύπησε ο συναγερμός, φασαρία, κακό. Βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε, ο άλλος την έκανε και  ο συναγερμός σε λίγο σταμάτησε. Η γειτονιά ησύχασε πάλι. Και όλα αυτά στις πέντε η ώρα τα χαράματα. Πονοκέφαλος.
  
Σηκώθηκε βαρύς, βρήκε και έβαλε τις κάλτσες του, ήταν πεταμένες στην γωνία του δωματίου δίπλα στην καρέκλα γιατί τις είχε φορέσει και χτες, και μετά την μπλούζα και το παντελόνι. Είχε μπει χειμώνας και λεφτά για θέρμανση στην πολυκατοικία δεν υπήρχαν όποτε το πρωί ή ντυνόσουν γρήγορα ή τουρτούριζες στο μπάνιο μέχρι να πλυθείς, να ξυπνήσεις και να καταλάβεις ότι πρέπει να ντυθείς. Ήταν από αυτούς  που ντύνονταν γρήγορα, είχε συνηθίσει. Μπήκε σέρνοντας τα πόδια του στο μπάνιο, έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο του και έβαλε να ξυριστεί. Ποτέ δεν ξυριζόταν τις δευτέρες, ειδικά τις κρύες δευτέρες, αλλά σήμερα ξυρίστηκε. Λες και έχει καμία γαμημένη γιορτή σήμερα και το αφεντικό γουστάρει χαρούμενες φάτσες σκέφτηκε, ούτε καν, μια δευτέρα σαν όλες τις άλλες, κρύα. Χαμένος κόπος. Πονοκέφαλος.
 
Στις οχτώ παρά ξεκίνησε να πάει στην δουλειά. Είχε πάλι αργήσει, πάντα αργούσε. Πάντα έλεγε ότι θα κοιμόταν πιο νωρίς την επόμενη φορά, πιο ήρεμος, θα διάβαζε πριν κοιμηθεί, αλλά κάθε φορά έπεφτε και πάλι αργά και με νεύρα. Κάθε πρωί που έκανε αυτές της σκέψεις περί περισσότερου ύπνου και πως σήμερα θα εφαρμόσει το σχέδιο του επιτέλους θύμωνε. Θύμωνε επειδή ήξερε ότι δεν θα μένει τίποτα από όσα έλεγε το πρωί, γιατί να τα κάνει άλλωστε ˙  δεν υπήρχε τίποτα που να αξίζει να κάνει κανείς τον τρόπο ζωής του πιο υγιεινό για αυτά. Σπίτι δουλειά, σπίτι, δουλειά και μετά ξανά σπίτι . Κακός ύπνος και βαρετές ώρες εργασίας παρέα με άλλους δεκαπέντε ηλίθιους γιάπηδες που το μυαλό τους γνώριζε και ανέλυε μόνο της έννοιες ποδόσφαιρο, γυναίκες και χρήματα, διακοπές και φαΐ. Πονοκέφαλος. Στις οκτώμισι μπήκε στο κτίριο. Πονοκέφαλος ˙ αλλά τώρα με επιπρόσθετο, βαρετές καλημέρες και βαρετά χαζά χαμόγελα, χαιρετούρες γεμάτες στιγμιαία πλαστική αισιοδοξία ανούσια ανέκδοτα και σχόλια για τις φάσεις του χτεσινού αγώνα. Μαλακίες, μαλακίες, μαλακίες. Μαλακίες με καφέ, βαρετό, φτηνό και κρύο καφέ μια κρύα, βαρετή δευτέρα. Πονοκέφαλος. 
 
Γύρισε σπίτι στις τρεις. Στην εξώπορτα της πολυκατοικίας είδε ανθρώπους, καμία δωδεκαριά άντρες και δύο γυναίκες, οι πιο πολλοί νέοι γύρω στα εικοσιπέντε με τριάντα και οι υπόλοιποι από σαράντα και πάνω, όλοι σκυθρωποί και σοβαροί κάπνιζαν και έπιναν καφέ σε χάρτινα κυπελάκια. Κάποιοι μιλούσαν σιγανά ανά ομάδες το δύο-τριων ατόμων ή απλά έκοβαν κύκλους στον ακάλυπτο. Ήταν και κάτι γείτονες κάτω. «Τι να έγινε;» αναρωτήθηκε. Δεν ρώτησε, τους προσπέρασε όλους και ανέβηκε τις σκάλες χωρίς να πει λέξη.  Δεν τους χαιρετούσε, όχι πια. Όταν πρωτοήρθε στο σπίτι, ζούσε εκεί δύο χρόνια τώρα σε ένα ενοίκιο στον τρίτο όροφο, προσπάθησε να τους γνωρίσει, έλεγε καλημέρα σε όλους. Κανείς όμως δεν του απαντούσε, μόνο δύο-τρεις και αυτοί κοφτά και σιωπηλά με ένα νεύμα η ένα μουρμουρητό. Εν τελεί βαρέθηκε και δεν χαιρετούσε και ίδιος πια.
 
Ανέβηκε τις σκάλες ως το διαμέρισμα. Σαράντα πέντε σκαλιά, δεκαπέντε για κάθε όροφο, επτά κανονικά και οκτώ  πλατιά, τέσσερα για κάθε κορυφή και βάση της σκάλας. Χτύπησε το κουδούνι, του άνοιξαν. « Τι έγινε κάτω»  ρώτησε ,καθώς έβγαζε τα παπούτσια του, «ποιος πέθανε;». Πάντα ρώταγε -ποιος πέθανε-, του ‘χε γίνει συνήθεια. Η πρώτη απάντηση που πήρε ήταν μια σιωπή, λευκή σαν πυκνή σκόνη, δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα αποπνικτική λες και αιωρούνταν παντού στο δωμάτιο. «Η κυρία Α . απ’ τον τέταρτο», του απάντησε η μάνα του χλωμή μετά από λίγα λεπτά. «Ήταν η αστυνομία εδώ, πήραν καταθέσεις απ όλους. Λένε πως πρόκειται για φόνο» .Αυτό δεν το περίμενε, ο πονοκέφαλος για λίγο ξεχάστηκε, βούλιαξε στο πίσω μέρος του κρανίου του.
 
Ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Είχε συμβεί την παρασκευή το βράδυ, όταν αυτός έλειπε στη δουλειά. Είπαν πως ήταν προμελετημένο. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Μπήκε και έφυγε. Την είχε σύρει στην κρεβατοκάμαρα και την είχε δέσει με κουβέρτες, την είχε φιμώσει. Θάνατος από στραγγαλισμό είπαν. Το ανακάλυψαν τρεις μέρες αργότερα, την δευτέρα. Τρεις μέρες. Τρεις μέρες αυτή ήταν εκεί, ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρα, δεμένη και νεκρή, να χάνει το χρώμα της και να μουδιάζει. Η εσωτερική αποσύνθεση λογικά θα είχε αρχίσει ήδη απ’ το Σάββατο βράδυ. Τρεις μέρες. Τρεις μέρες ήταν από πάνω του νεκρή όσο αυτός γυρνούσε απ’ την δουλειά, καθόταν στο δωμάτιο του, μιλούσε, έτρωγε, διάβαζε, αυνανιζόταν. Τρεις ολόκληρες μέρες και τους χώριζαν μόνο μερικά εκατοστά του τσιμεντένιου πατώματος.
 
Πριν πέσει για ύπνο μπήκε στο μπάνιο. Λούστηκε και έπλυνε το πρόσωπο του. Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη και θυμήθηκε πως σήμερα ξυρίστηκε χωρίς λόγο. «Κοίτα να δεις μαλακία, πως έρχονται τα πράγματα». Έτριψε τα κουρασμένα μάτια του. Έπρεπε να βιαστεί να πέσει για ύπνο, ο πονοκέφαλος είχε επιστρέψει δριμύτερος.
 
Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε απ’ την δουλειά βρήκε την εξώπορτα της πολυκατοικίας κλειστή, διπλοκλειδωμένη. Η πολυκατοικία φοβόταν. Ξεκλείδωσε και μπήκε. Ανεβαίνοντας συνάντησε τον γείτονα από κάτω, χαιρέτισε. Ο άλλος δεν αποκρίθηκε. Πριν από τέσσερις μέρες κάποιος είχε δολοφονηθεί στο πάνω όροφο, και οι γείτονες ακόμα δεν χαιρετούσαν.  Έξω έβρεχε.