ο προσωπικός διπροσωπισμός μου

με την μάσκα μου για ατου μου να κοιτώ με τα πλαστικά μου μάτια τα πλαστικά μάτια της μάσκας του εχθρού μου

Τετάρτη 20 Φεβρουαρίου 2013

****000

  • #%^#8$ πωπω πραγματικα φοβαμαι λιγακι το τι ειμαστε σε σχεση με τον κοσμο
    ειδικα στο τελευταιο zoom out κι ας ηταν απο pc
    ·
  • *&^%$&Σε εμενα τουλαχιστον,τα λογια του Sagan ειναι μια υπενθυμιση για το ποσο βυθισμενος στο ψευτικο μεγαλειο του ειναι ο μεσος ανθρωπος,θεωροντας οτι εχει προσωπικη σχεση με τον δημιουργο του συμπαντος,'σκοπο' υπαρξης και αλλες τετοιες παπαριες.Σε δυο αιωνες θα ειμαστε σκονη και καθε τετοια ψευδαισθηση θα εχει χαθει αλλα η ανθρωποτητα προσπαθει να δημιουργησει 'νοημα',να μας κανει να νιωσουμε καλυτερα λεγοντας οτι υπαρχει ενα τεραστιο σχεδιο για ολα αυτα,λες και αν νομιζεις οτι υπαρχει κατι μετα το θανατο θα αλλαξει το γεγονος οτι ο θανατος ειναι το μονο σιγουρο για εμας.Αλλα ειναι η ελλειψη σχεδιου,η ελλειψη νοηματος που κανει τη ζωη δωρο.Ακριβως γιατι ειμαστε τοσο ασημαντοι μπροστα σε ενα τεραστιο κοσμο,εχουμε ελευθερια,εστω και αν ειναι για ~74 χρονια.Μπορεις να γινεις φιλοσοφος,αστροφυσικος,αλκοολικος λογοτεχνης ή αλκοολικο αποβρασμα,φασιστας,αντιφασιστας,αγωνιστης και ο,τι αλλο υπαρχει αλλα και παλι θα εισαι ισος απεναντι στο θανατο.Οποτε,ας απολαυσουμε το λιγοστο χρονο που εχουμε σε αυτη την υποδιαιρεση του κοκκου σκονης.Οσον αφορα τους οξυγονο-ληστες που θεωρουν οτι ο κοκκος σκονης που ειναι η Γη(ή,ακομα χειροτερα,η χωρα τους) ειναι το κεντρο του Συμπαντος και οι ζωες τους ειναι σημαντικες,τους γαμα ο Cthulhu.
      http://images.wikia.com/powerlisting/images/9/90/Great-cthulhu.jpg

     Απόκομμα από συνομιλία φιλικών προσώπων σε γνωστό ιστότοπο κοινωνικής δικτ-ίωσης.







    συννεφακαπνων- ο αναρχικός Χριστός

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Δερματολογικό 7 π.μ. Συγκρού

Βιος και πολιτεία
Πολιτισμένοι βάρβαροι διατηρούμε πολιτισμένα
Τον πολιτισμό μας πίνοντας ευγενικά τσάι
Καθισμένοι πάνω στα κεφάλια των αποκεφαλισμένων
Πρώην δούλων μας
Έτσι ζούμε τον έρωτα

Αμεσότητα, σάρκα κόντρα στην σάρκα
Μα εφ’ όσων δεν εκτιμούν την απλότητα οι σύγχρονοι πολιτισμοί
Η πούδρα είναι ακριβή οπότε η σάρκα μένει γυμνή
Και καθώς γυμνές τρίβονται μεταξύ τους
Όλο και αυξάνει η τριβή
Περίεργη κατάσταση όντως

Κρίσιμα ερωτήματα γεννάει το μυαλό μου
Όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ απ’ τον θόρυβο
Της αιωνίας πάλης των σαρκών των δραστών-εραστων
Το πιο σημαντικό ποια θα σκιστεί πρώτη για να μας περιλούσει
Με το καυτό αίμα που χαρακτηρίζει τους αμαρτωλούς
Και το αμέσως επόμενο
Αν θα καταφέρω να παραμείνω ξύπνιος μέχρι τότε
Για να προλάβω να ανοίξω εγκαίρως το στόμα μου

Μμμ γευστικά μου αφροδίσια νοσήματα

Πανικός, οι ορμόνες μας αυτοκτονούν
Και μαζί τους οδηγούν και μας στον χαμό
Ότι είναι κερδοφόρο δεν είναι κακό
Και ότι ηδονικό και ηθικό
Άρα καιρός να αποδεχτούμε την φύση μας
Και να αρχίσουμε να σκοτώνουμε ζωές
Αρκεί να καυλώνουμε με αυτό

Βία και πολιτεία
Βιος και πολιτεία, πολιτεία και βιος βίαιος
Και μέσα σ’ αυτόν ψάχνουμε την ουσία
Ή καμία δικαιολογία για να μην λέμε καλημέρα

Μα δεν υπάρχει



Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

x λεπτά πριν απ την έκρηξη

Αναπολώ, κουράστηκα να ζω μόνο με το μυαλό
και το σώμα εγκλωβισμένο και νεκρό
στο δωμάτιο με το κουτί
κάθε τι που θέλει να εκφραστεί
εν τέλει θα εκραγεί ή θα παραμείνει βουβό
γιατί εδώ, δεν έχει χώρο
για κανέναν και για τίποτα
που δεν σου φέρνει χρήματα,
που δεν σε ανάγει σε αφεντικό
και αφού όλοι είναι χαρούμενοι στον καπιταλισμό
μεταπλάθω το εγώ μου στο κακό και εισάγω τον κυνισμό
την ηθική μου ακολουθώ
ψάχνω κάθε μέρα εδώ, να βρω
επικοινωνία με άτομα σαν και μένα, καμένα
να πάρω έναυσμα και γνώση να καώ

χρόνια δύσκολα,
μπόρα από σκέψεις στο κεφάλι σου
και οι άλλοι από πάνω σου
να σε γαμάν ασύστολα
εντάσσουν καθημερινά μυαλά σαθρά
μέσα στο σύστημα
γήπεδο, καφές και πάμε στοίχημα
ο μπάτσος να βαρά αφού οπλίζει το κράτος
το χέρι του κάθε παλικαρά
και ο όχλος να εξυμνεί τον ασφαλίτη-χρυσαυγιτη
ομόφωνα σαν ήρωα

πες μου τι μένει
σε μια κοινωνία γαμημένη
εμπιστοσύνη σε κανέναν, γυρίζουμε
καχύποπτοι και έτοιμοι, υποψιασμένοι
πρέπει να μένουμε σπίτι κλεισμένοι ή οπλισμένοι
προχτές την γειτόνισσα απ τον τέταρτο
για μια σύνταξη και ένα κόσμημα
βρήκαν στο πάτωμα της δολοφονημένη

Η όραση μου θολωμένη, ζωή πνιγμένη
Για το μέλλον πόρτες κλειστές
το πτώμα ακόμα ζει, και ακόμα φωνάζει εντολές
επιβάλει περικοπές σε ανθρώπινες ζωές
για κεφάλαια πατάει κεφαλές,
μικρές και φτωχές αλλά πολλές
θέλει ότι θέλει να το θες
και όσο συμβιβάζεσαι το πτώμα μεγαλώνει
και αποκτάει κορυφές

πτώμα οι ομάδες και πτώμα τα κινήματα
πτώματα αυτοί που δίνουν διαταγές
και αυτοί που εκτελούν σκυφτοί θελήματα
πτώματα σε σχολεία σε εταιρίες, καταλήψεις
και πτώματα σε τμήματα, ανά τμήματα
μέσα σε κεφαλιά ζει το πτώμα
ακόμα ζούμε σαπίζοντας
της σήψη μας ελέγχει το κόμμα

που είναι ο θεός μου;
κείτεται στο πάτωμα νεκρός
αφού και αυτός ήταν εχθρός μου
πήρα σε μια στιγμή λεπίδα με αποστολή
την κοινωνική αποκοπή
ήταν επώδυνη μα υποχρεωτική
τώρα νιώθω το κρύο ξύπνιος μέσα στο κελί,
βλέπω τα πάντα
δύο λέξεις με λογική μέσα στην υστερία σας
για να σιωπήσουν τα πάντα
μη με ενοχλείς διπλανέ, κάνε στην μπάντα
κουβαλώ εκρηκτικό μηχανισμό μέσα στο κεφάλι μου
και έναν εγκέφαλο στην τσάντα

μετρώ λεπτά πριν απ την έκρηξη
μετρώ λεπτά πριν απ την έκφραση
και σβήνουν τα πάντα

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Τέταρτος όροφος

Μέρα δευτέρα, ώρα επτά και μισή.
 
Ένιωθε σκατά. Χτες κοιμήθηκε αργά και σαν να μην έφτανε αυτό στριφογυρνούσε όλη νύχτα απ’ τον κακό ύπνο. Άσε που πήγαν να του κλέψουν και το αμάξι, χτύπησε ο συναγερμός, φασαρία, κακό. Βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε, ο άλλος την έκανε και  ο συναγερμός σε λίγο σταμάτησε. Η γειτονιά ησύχασε πάλι. Και όλα αυτά στις πέντε η ώρα τα χαράματα. Πονοκέφαλος.
  
Σηκώθηκε βαρύς, βρήκε και έβαλε τις κάλτσες του, ήταν πεταμένες στην γωνία του δωματίου δίπλα στην καρέκλα γιατί τις είχε φορέσει και χτες, και μετά την μπλούζα και το παντελόνι. Είχε μπει χειμώνας και λεφτά για θέρμανση στην πολυκατοικία δεν υπήρχαν όποτε το πρωί ή ντυνόσουν γρήγορα ή τουρτούριζες στο μπάνιο μέχρι να πλυθείς, να ξυπνήσεις και να καταλάβεις ότι πρέπει να ντυθείς. Ήταν από αυτούς  που ντύνονταν γρήγορα, είχε συνηθίσει. Μπήκε σέρνοντας τα πόδια του στο μπάνιο, έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο του και έβαλε να ξυριστεί. Ποτέ δεν ξυριζόταν τις δευτέρες, ειδικά τις κρύες δευτέρες, αλλά σήμερα ξυρίστηκε. Λες και έχει καμία γαμημένη γιορτή σήμερα και το αφεντικό γουστάρει χαρούμενες φάτσες σκέφτηκε, ούτε καν, μια δευτέρα σαν όλες τις άλλες, κρύα. Χαμένος κόπος. Πονοκέφαλος.
 
Στις οχτώ παρά ξεκίνησε να πάει στην δουλειά. Είχε πάλι αργήσει, πάντα αργούσε. Πάντα έλεγε ότι θα κοιμόταν πιο νωρίς την επόμενη φορά, πιο ήρεμος, θα διάβαζε πριν κοιμηθεί, αλλά κάθε φορά έπεφτε και πάλι αργά και με νεύρα. Κάθε πρωί που έκανε αυτές της σκέψεις περί περισσότερου ύπνου και πως σήμερα θα εφαρμόσει το σχέδιο του επιτέλους θύμωνε. Θύμωνε επειδή ήξερε ότι δεν θα μένει τίποτα από όσα έλεγε το πρωί, γιατί να τα κάνει άλλωστε ˙  δεν υπήρχε τίποτα που να αξίζει να κάνει κανείς τον τρόπο ζωής του πιο υγιεινό για αυτά. Σπίτι δουλειά, σπίτι, δουλειά και μετά ξανά σπίτι . Κακός ύπνος και βαρετές ώρες εργασίας παρέα με άλλους δεκαπέντε ηλίθιους γιάπηδες που το μυαλό τους γνώριζε και ανέλυε μόνο της έννοιες ποδόσφαιρο, γυναίκες και χρήματα, διακοπές και φαΐ. Πονοκέφαλος. Στις οκτώμισι μπήκε στο κτίριο. Πονοκέφαλος ˙ αλλά τώρα με επιπρόσθετο, βαρετές καλημέρες και βαρετά χαζά χαμόγελα, χαιρετούρες γεμάτες στιγμιαία πλαστική αισιοδοξία ανούσια ανέκδοτα και σχόλια για τις φάσεις του χτεσινού αγώνα. Μαλακίες, μαλακίες, μαλακίες. Μαλακίες με καφέ, βαρετό, φτηνό και κρύο καφέ μια κρύα, βαρετή δευτέρα. Πονοκέφαλος. 
 
Γύρισε σπίτι στις τρεις. Στην εξώπορτα της πολυκατοικίας είδε ανθρώπους, καμία δωδεκαριά άντρες και δύο γυναίκες, οι πιο πολλοί νέοι γύρω στα εικοσιπέντε με τριάντα και οι υπόλοιποι από σαράντα και πάνω, όλοι σκυθρωποί και σοβαροί κάπνιζαν και έπιναν καφέ σε χάρτινα κυπελάκια. Κάποιοι μιλούσαν σιγανά ανά ομάδες το δύο-τριων ατόμων ή απλά έκοβαν κύκλους στον ακάλυπτο. Ήταν και κάτι γείτονες κάτω. «Τι να έγινε;» αναρωτήθηκε. Δεν ρώτησε, τους προσπέρασε όλους και ανέβηκε τις σκάλες χωρίς να πει λέξη.  Δεν τους χαιρετούσε, όχι πια. Όταν πρωτοήρθε στο σπίτι, ζούσε εκεί δύο χρόνια τώρα σε ένα ενοίκιο στον τρίτο όροφο, προσπάθησε να τους γνωρίσει, έλεγε καλημέρα σε όλους. Κανείς όμως δεν του απαντούσε, μόνο δύο-τρεις και αυτοί κοφτά και σιωπηλά με ένα νεύμα η ένα μουρμουρητό. Εν τελεί βαρέθηκε και δεν χαιρετούσε και ίδιος πια.
 
Ανέβηκε τις σκάλες ως το διαμέρισμα. Σαράντα πέντε σκαλιά, δεκαπέντε για κάθε όροφο, επτά κανονικά και οκτώ  πλατιά, τέσσερα για κάθε κορυφή και βάση της σκάλας. Χτύπησε το κουδούνι, του άνοιξαν. « Τι έγινε κάτω»  ρώτησε ,καθώς έβγαζε τα παπούτσια του, «ποιος πέθανε;». Πάντα ρώταγε -ποιος πέθανε-, του ‘χε γίνει συνήθεια. Η πρώτη απάντηση που πήρε ήταν μια σιωπή, λευκή σαν πυκνή σκόνη, δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα αποπνικτική λες και αιωρούνταν παντού στο δωμάτιο. «Η κυρία Α . απ’ τον τέταρτο», του απάντησε η μάνα του χλωμή μετά από λίγα λεπτά. «Ήταν η αστυνομία εδώ, πήραν καταθέσεις απ όλους. Λένε πως πρόκειται για φόνο» .Αυτό δεν το περίμενε, ο πονοκέφαλος για λίγο ξεχάστηκε, βούλιαξε στο πίσω μέρος του κρανίου του.
 
Ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Είχε συμβεί την παρασκευή το βράδυ, όταν αυτός έλειπε στη δουλειά. Είπαν πως ήταν προμελετημένο. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Μπήκε και έφυγε. Την είχε σύρει στην κρεβατοκάμαρα και την είχε δέσει με κουβέρτες, την είχε φιμώσει. Θάνατος από στραγγαλισμό είπαν. Το ανακάλυψαν τρεις μέρες αργότερα, την δευτέρα. Τρεις μέρες. Τρεις μέρες αυτή ήταν εκεί, ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρα, δεμένη και νεκρή, να χάνει το χρώμα της και να μουδιάζει. Η εσωτερική αποσύνθεση λογικά θα είχε αρχίσει ήδη απ’ το Σάββατο βράδυ. Τρεις μέρες. Τρεις μέρες ήταν από πάνω του νεκρή όσο αυτός γυρνούσε απ’ την δουλειά, καθόταν στο δωμάτιο του, μιλούσε, έτρωγε, διάβαζε, αυνανιζόταν. Τρεις ολόκληρες μέρες και τους χώριζαν μόνο μερικά εκατοστά του τσιμεντένιου πατώματος.
 
Πριν πέσει για ύπνο μπήκε στο μπάνιο. Λούστηκε και έπλυνε το πρόσωπο του. Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη και θυμήθηκε πως σήμερα ξυρίστηκε χωρίς λόγο. «Κοίτα να δεις μαλακία, πως έρχονται τα πράγματα». Έτριψε τα κουρασμένα μάτια του. Έπρεπε να βιαστεί να πέσει για ύπνο, ο πονοκέφαλος είχε επιστρέψει δριμύτερος.
 
Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε απ’ την δουλειά βρήκε την εξώπορτα της πολυκατοικίας κλειστή, διπλοκλειδωμένη. Η πολυκατοικία φοβόταν. Ξεκλείδωσε και μπήκε. Ανεβαίνοντας συνάντησε τον γείτονα από κάτω, χαιρέτισε. Ο άλλος δεν αποκρίθηκε. Πριν από τέσσερις μέρες κάποιος είχε δολοφονηθεί στο πάνω όροφο, και οι γείτονες ακόμα δεν χαιρετούσαν.  Έξω έβρεχε.

Παρασκευή 26 Οκτωβρίου 2012

το κύμα

Κουβαλώ κόμπλεξ, απρόσαρμοστος στο κόσμο σου .
γίνατε πόρνες, περαστικοί δίχως ψυχή
γιαυτό μην μου μιλάς και παίξε σωστά τον ρόλο σου
αρχιδια
γίνομαι πιο κρύος όσο οι άλλοι γίνονται τα επόμενα,
ανηθικα, νέο-φιλελεύθερα  αρχιδια
σήψη, παντού σκουπίδια
όλο λέμε θα ξεφύγουμε μα μένουμε στα ίδια
καίμε τα κεφαλιά μας
δεν βλέπουμε μποστα μα βλέπουμε τα χάλια μας
και από φλόγες μένουμε μονάχα αποκαϊδια

ακίνδυνο με θέλαν
ακίνδυνοι με μάθαιναν
με μεγάλωναν ακίνδυνα, ακίνδυνα και άνετα
όλοι τους αργοπεθαίναν
με πλαθαν έναν,  ίδιο τους καθ' εικόνα και ομοίωση
μα πήγε αλλού το θέμα
επικίνδυνα δέχτηκα το ψέμα σας
και αντέδρασα στην ίωση

τώρα καμία δικαιολογία και καμία σύμβαση
όσοι ψημενοι κοφτε τα κουμπιά,
ελάτε να ετοιμάσουμε παρέα την επίθεση
δεν είναι λόγια  θέλει συνέπεια και επίγνωση
σκέψη κρίση κι άποψη
δράση και αντίδραση
δράση και αντίδραση
επίθεση

και αν δείλιαζεις κανε πίσω
δεν εχω χρόνο να σπατάλησω κάπως πρέπει να ενεργήσω
βαρέθηκα να προσπαθώ να σας το εξηγήσω
βαρέθηκα να προσπαθώ λειτουργικούς να σας κρατήσω
επόμενη φορά δεν θα μιλήσω,
αν επιμένετε και κοιμήσμενοι μένετε
χαράματα ουρλιάζοντας βίαια θα ξυπνήσω
θα σας ενοχλήσω, θα ταρακουνήσω
όσοι είναι αδύνατοι θα ενοχληθούν
οι άλλοι θα με εξελίξουνε και θα τους εξελίξω

έτσι ζω,
φοβάμαι αρκετά τον κόσμο
για να μπορώ με αυτόν να συγκρούστω
ορκίστηκα ξανά καμία αλυσίδα στο λαιμό να μην δεχτώ
δίχως βόλεψη ,καθαρός, έως ότου να πνιγω
άσε με να παραμίλω
εσυ φοβισμένε δήλωσε το χριστιανός
και κλεισε το γαμιδι σου, άντε τραβά στο καλό 

Βρήκα τον δρόμο μου
Έχασα το νου μου και βρωμίσα το στόμα μου
βραδιά ακόμα μόνος μου εξυμνώ το bellum romanum
περιμένω το κύμα
να πνίξει αυτούς που θέλανε την νύχτα
για εκδίκηση εχω πείνα
οσό κι αν σφιγγεί ο κλοιός με κάθε μήνα
περιμενώ το κύμα

να πέσουνε κεφάλια στην αθήνα

Δευτέρα 15 Οκτωβρίου 2012

Συνεχόμενος πονοκέφαλος

    Άλλη μια μέρα έφτασε στο τέλος της και ακόμη ουσιαστικά δεν ένιωσα το πέρασμα της. Αν κάτσω και αναθεωρήσω το τι έκανα σήμερα δεν θα καταφέρω τίποτα παραπάνω από το να αισθανθώ ένα κοινό, κενό δωμάτιο*. Δυσοσμία. Μας δημιούργησαν τον κόσμο του τίποτα και μας πέταξαν μέσα του γεμίζοντας μας με απαιτήσεις να γίνουμε κάτι. Χαμογελαστοί ˙ επιτυχημένοι και όμορφοι. Ζούμε σε μια απροσπέλαστη ζώνη αδράνειας, μια γκρίζα ζώνη γεμάτη από το τίποτα που σου αφήνει μια αηδιαστική ξινίλα στο στόμα.

     Δέκα επτά χρονών, στο τελευταίο έτος του λυκείου και ήδη νιώθω εργάτης  που τον γαμάνε ενώ δουλεύει σε μια δουλειά που δεν επέλεξε. Εκτελώ δωδεκάωρα τις καθημερινές και εξάωρα τα σαββατοκύριακα, πονάει η πλάτη μου και ούτε καν πληρώνομαι. Απεναντίας πληρώνω.

    Η «χρονιά» καλά-καλα δεν άρχισε και ήδη ένας συνεχόμενος πονοκέφαλος πλανάται μέσα στο κρανίο μου κα με βιάζει όποτε του γουστάρει. Μπορεί και πάντα, απλά το συνήθισα. Κάνεις πολλά και δεν κάνεις τίποτα και αν βρεθείς σε θέση να το καταλαβαίνεις το τίποτα σε σκοτώνει. Αδράνεια μαλάκα, μια μακροχρόνια αυτοκτονία με ένα πονοκέφαλο για δώρο. Το χειρότερο είναι ότι δεν υπάρχει περιθώριο για διαφυγή. Το σύστημα ξέρει, το σύστημα δεν αφήνει περιθώρια για «σφάλματα», σου εμφυτεύει την «ενοχή της προσδοκίας». Όλοι χαμογελάνε και προσπαθούν να σε πείσουν να δεις τα πράγματα «θετικά», δηλαδή συμβιβαστικά, όπως ακριβώς τόσα χρόνια τώρα πείθουν και τον εαυτό τους ,ότι πράγματι ζουν όπως θέλουν, πριν σηκωθούν για να πάνε στη δουλειά. Σε συμπαθούν όσο τους πληρώνεις ή όσο σπας την μονοτονία τους. Για ένα σαραντάλεπτο σε ωθούν να ενταχθείς στην κοινωνία τους. Μετά χτυπάει το κουδούνι. Μετά σε ξεχνάνε και πάνε να ψοφήσουν λίγο ακόμη μέσα στο σπίτι τους, παρέα με τα παιδιά και την γυναίκα/ανδρα τους. Πάνε να δουν τηλεόραση.

    Περιμένουν, περιμένουν να ζήσουν αυτά που ονειρεύτηκαν περιμένοντας να γίνεις εσύ το ιδεατό επιτυχημένο αρχίδι με δυο αμάξια και μια καβάτζα σε κάποιο νησί για το καλοκαίρι. Θυμάμαι έναν διάλογο:
Δάσκαλος:
 -πραγματικά παιδιά , δεν καταλαβαίνω ποιο το νόημα να χτυπιέσαι και να νομίζεις ότι έτσι θα αλλάξει κάτι, ότι έτσι θα καταπολεμήσεις την αδικία. Η αδικία δεν καταπολεμάται έτσι, άμα γουστάρεις ανέβα ψηλά και καταπολέμησε την από εκεί πάνω.

Εγώ:
-το θέμα είναι, θα θες να καταπολεμήσεις την αδικία αν ανέβεις ψηλά? Πως μπορείς να καταπολεμήσεις κάτι το οποίο χρειάζεται να χρησιμοποιήσεις για να ανέβεις?

Δάσκαλος:
-ααα, αυτό είναι άλλο θέμα.

                                                  Εκεί κολλάω. Περαστικά μας. Συνεχίζω.

    Έτσι, κάθεσαι δίχως να κάνεις τίποτα και νιώθεις και ενοχές που οι άλλοι περιμένουν κάτι και εσύ δεν κάνεις τίποτα. Νιώθεις ενοχές που δεν σε εμπνέει τίποτα για να κάνεις κάτι. Σκέπτομαι ότι μπορεί και εγώ να είμαι αυτός που φταίει στην τελική. Ώρες, ώρες δε με νοιάζει, το τραβώ στα άκρα και του ρίχνω μια να πάει να γαμηθεί. Αφήστε με ήσυχο, καθίστε και σαπίστε μόνοι σας. Αλλά αν δεν έχεις χρήματα δεν υπάρχει τρόπος για απόδραση. Πρέπει να λερωθείς συμβιβασμούς. Τουλάχιστον μη μου μιλάτε, αφήστε με αν εκτελέσω ήσυχα τις εναπομείναντες ώρες εργασίας μου και να πάω στο διάολο. Δεν σας γουστάρω, ούτε μελλοντικούς υπαλλήλους γραφείων που νομίζουν ότι κάποια μέρα θα την βγουν από πάνω, ούτε χαμογελαστά αφεντικά που το παίζουν δάσκαλοι και σε βαράνε φιλικά στον ώμο λέγοντας «έτσι είναι, τι να κάνουμε?». Βλέπω τα όρια σας και οσφραίνομαι τον φόβο σας. Βρωμάει πιο πολύ απ τον δικό μου. Περαστικά μας και πάλι.
Προσπαθώντας να μείνω αμόλυντος μέσα στο τίποτα γίνομαι ένα μ’ αυτό. Ακούω κούφια κεφάλια να ξερνάνε κεφάτα επαναστατικά λόγια και να υποστηρίζουν κούφιες επαναστατικές αντιδράσεις μόνο και μόνο για να τους βγει το όνομα στην γειτονιά. Εν έτη δυο χιλιάδες δώδεκα ότι λες περνά για πλάκα και ο φασισμός είναι μόδα.

    Σε λίγο έρχεται χειμώνας και τα μαγαζιά ήδη άρχισαν να πουλάν στολίδια και πλαστικούς αϊ Βασίληδες. Στίχοι γυρνάνε στο κεφάλι μου. «Κάποτε θα καταλάβετε και θα έρθετε κοντά μας για να πέσουμε από τα καυτά σκάγια τους πάνω στο κρύο τσιμέντο. Πίσω στους δρόμους, Στα στολισμένα σας σπίτια γεννιέται ο πόνος. Μα δεν με καταλαβαίνετε»

    Θα είναι βαρύς και ο φετινός χειμώνας. Εν τέλει όλα είναι τίποτα και μέσα σε αυτό χανόμαστε, μηδενικά μέσα σε ένα τεράστιο μηδέν. Σήμερα το βράδυ μου είπαν έχει ταινία. Σήμερα το βράδυ θα βγάλω την τηλεόραση απ το ντουλάπι και ,άμα πιάνει σήμα το mega, θα δω ταινία. Θα ξεχαστώ. Ανία και πνευματική εξαθλίωση, ξημερώνει νέα μέρα στην πόλη και ακόμα να ξυπνήσω.

    Συνεχόμενος πονοκέφαλος λοιπόν, και πάμε παρακάτω.











*κλεμμένη φράση αλλα δεν θα την αλλάξω, ειναι η ακριβέστερη περιγραφή της κατάστασης.

Σάββατο 13 Οκτωβρίου 2012

αυτοκριτικη

Έξυπνα και δημιουργικά παιδιά
γεμίζουμε με ψυχολογικά τα ιστολογία μας
στην γωνία μας
ο καθένας πάλι μόνος του
με κλειστό το στόμα του να ζούμε τα δικά μας
ακόμα δεν βρήκα λύση
ούτε κι ώθηση αφού όλοι είχαν δουλειά
όταν κάποιος έπρεπε κάπου να βοηθήσει
και μην ρωτήσεις αν ήσουν εσύ αυτός
αν με είχες νιώσει θα σουν φίλος
και όχι απλά γνωστός

μένω ψυχρός και αδιάφορος στους δίπλα
ανθρωπόμορφα, όμορφα, πρόσωπα χαμόγελα
που κρύβουν από πίσω  την ασχήμια
την αρρώστια, το ψέμα, την βρώμα
αμόλυντος μένω από μόλυνση γαμιόλιδες ακόμα
δε μιλάω πολύ γιατί έχω μεγάλο στόμα
γιατί αν καταφέρω την σκέψη να φέρω
στη επιφάνεια
έτσι ακριβώς όπως με γαμάει τόσα βραδιά
στην αφάνεια
θα κάψει τα μυαλά σας σαν βγούνε
απ την αδράνεια

ζιζάνια, κεφαλιά άχρηστα
βρίσκετε λάθη σε ότι και να κάνω
δεν ζω ευχάριστα 
κάνω ότι κάνω για πάω παραπάνω
να γνωρίσω μια καλύτερη πλευρά μου
να ξεκάνω την παλιά μου
έτσι πάει, έτσι κυλάει
πάλι χαμόγελο πάνω στην μάσκα
νέα μέρα στην πόλη μας ξεκινάει