ο προσωπικός διπροσωπισμός μου

με την μάσκα μου για ατου μου να κοιτώ με τα πλαστικά μου μάτια τα πλαστικά μάτια της μάσκας του εχθρού μου

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Τέταρτος όροφος

Μέρα δευτέρα, ώρα επτά και μισή.
 
Ένιωθε σκατά. Χτες κοιμήθηκε αργά και σαν να μην έφτανε αυτό στριφογυρνούσε όλη νύχτα απ’ τον κακό ύπνο. Άσε που πήγαν να του κλέψουν και το αμάξι, χτύπησε ο συναγερμός, φασαρία, κακό. Βγήκε στο μπαλκόνι και φώναξε, ο άλλος την έκανε και  ο συναγερμός σε λίγο σταμάτησε. Η γειτονιά ησύχασε πάλι. Και όλα αυτά στις πέντε η ώρα τα χαράματα. Πονοκέφαλος.
  
Σηκώθηκε βαρύς, βρήκε και έβαλε τις κάλτσες του, ήταν πεταμένες στην γωνία του δωματίου δίπλα στην καρέκλα γιατί τις είχε φορέσει και χτες, και μετά την μπλούζα και το παντελόνι. Είχε μπει χειμώνας και λεφτά για θέρμανση στην πολυκατοικία δεν υπήρχαν όποτε το πρωί ή ντυνόσουν γρήγορα ή τουρτούριζες στο μπάνιο μέχρι να πλυθείς, να ξυπνήσεις και να καταλάβεις ότι πρέπει να ντυθείς. Ήταν από αυτούς  που ντύνονταν γρήγορα, είχε συνηθίσει. Μπήκε σέρνοντας τα πόδια του στο μπάνιο, έριξε κρύο νερό στο πρόσωπο του και έβαλε να ξυριστεί. Ποτέ δεν ξυριζόταν τις δευτέρες, ειδικά τις κρύες δευτέρες, αλλά σήμερα ξυρίστηκε. Λες και έχει καμία γαμημένη γιορτή σήμερα και το αφεντικό γουστάρει χαρούμενες φάτσες σκέφτηκε, ούτε καν, μια δευτέρα σαν όλες τις άλλες, κρύα. Χαμένος κόπος. Πονοκέφαλος.
 
Στις οχτώ παρά ξεκίνησε να πάει στην δουλειά. Είχε πάλι αργήσει, πάντα αργούσε. Πάντα έλεγε ότι θα κοιμόταν πιο νωρίς την επόμενη φορά, πιο ήρεμος, θα διάβαζε πριν κοιμηθεί, αλλά κάθε φορά έπεφτε και πάλι αργά και με νεύρα. Κάθε πρωί που έκανε αυτές της σκέψεις περί περισσότερου ύπνου και πως σήμερα θα εφαρμόσει το σχέδιο του επιτέλους θύμωνε. Θύμωνε επειδή ήξερε ότι δεν θα μένει τίποτα από όσα έλεγε το πρωί, γιατί να τα κάνει άλλωστε ˙  δεν υπήρχε τίποτα που να αξίζει να κάνει κανείς τον τρόπο ζωής του πιο υγιεινό για αυτά. Σπίτι δουλειά, σπίτι, δουλειά και μετά ξανά σπίτι . Κακός ύπνος και βαρετές ώρες εργασίας παρέα με άλλους δεκαπέντε ηλίθιους γιάπηδες που το μυαλό τους γνώριζε και ανέλυε μόνο της έννοιες ποδόσφαιρο, γυναίκες και χρήματα, διακοπές και φαΐ. Πονοκέφαλος. Στις οκτώμισι μπήκε στο κτίριο. Πονοκέφαλος ˙ αλλά τώρα με επιπρόσθετο, βαρετές καλημέρες και βαρετά χαζά χαμόγελα, χαιρετούρες γεμάτες στιγμιαία πλαστική αισιοδοξία ανούσια ανέκδοτα και σχόλια για τις φάσεις του χτεσινού αγώνα. Μαλακίες, μαλακίες, μαλακίες. Μαλακίες με καφέ, βαρετό, φτηνό και κρύο καφέ μια κρύα, βαρετή δευτέρα. Πονοκέφαλος. 
 
Γύρισε σπίτι στις τρεις. Στην εξώπορτα της πολυκατοικίας είδε ανθρώπους, καμία δωδεκαριά άντρες και δύο γυναίκες, οι πιο πολλοί νέοι γύρω στα εικοσιπέντε με τριάντα και οι υπόλοιποι από σαράντα και πάνω, όλοι σκυθρωποί και σοβαροί κάπνιζαν και έπιναν καφέ σε χάρτινα κυπελάκια. Κάποιοι μιλούσαν σιγανά ανά ομάδες το δύο-τριων ατόμων ή απλά έκοβαν κύκλους στον ακάλυπτο. Ήταν και κάτι γείτονες κάτω. «Τι να έγινε;» αναρωτήθηκε. Δεν ρώτησε, τους προσπέρασε όλους και ανέβηκε τις σκάλες χωρίς να πει λέξη.  Δεν τους χαιρετούσε, όχι πια. Όταν πρωτοήρθε στο σπίτι, ζούσε εκεί δύο χρόνια τώρα σε ένα ενοίκιο στον τρίτο όροφο, προσπάθησε να τους γνωρίσει, έλεγε καλημέρα σε όλους. Κανείς όμως δεν του απαντούσε, μόνο δύο-τρεις και αυτοί κοφτά και σιωπηλά με ένα νεύμα η ένα μουρμουρητό. Εν τελεί βαρέθηκε και δεν χαιρετούσε και ίδιος πια.
 
Ανέβηκε τις σκάλες ως το διαμέρισμα. Σαράντα πέντε σκαλιά, δεκαπέντε για κάθε όροφο, επτά κανονικά και οκτώ  πλατιά, τέσσερα για κάθε κορυφή και βάση της σκάλας. Χτύπησε το κουδούνι, του άνοιξαν. « Τι έγινε κάτω»  ρώτησε ,καθώς έβγαζε τα παπούτσια του, «ποιος πέθανε;». Πάντα ρώταγε -ποιος πέθανε-, του ‘χε γίνει συνήθεια. Η πρώτη απάντηση που πήρε ήταν μια σιωπή, λευκή σαν πυκνή σκόνη, δημιουργούσε μια ατμόσφαιρα αποπνικτική λες και αιωρούνταν παντού στο δωμάτιο. «Η κυρία Α . απ’ τον τέταρτο», του απάντησε η μάνα του χλωμή μετά από λίγα λεπτά. «Ήταν η αστυνομία εδώ, πήραν καταθέσεις απ όλους. Λένε πως πρόκειται για φόνο» .Αυτό δεν το περίμενε, ο πονοκέφαλος για λίγο ξεχάστηκε, βούλιαξε στο πίσω μέρος του κρανίου του.
 
Ζήτησε να μάθει λεπτομέρειες. Είχε συμβεί την παρασκευή το βράδυ, όταν αυτός έλειπε στη δουλειά. Είπαν πως ήταν προμελετημένο. Η πόρτα δεν ήταν παραβιασμένη. Μπήκε και έφυγε. Την είχε σύρει στην κρεβατοκάμαρα και την είχε δέσει με κουβέρτες, την είχε φιμώσει. Θάνατος από στραγγαλισμό είπαν. Το ανακάλυψαν τρεις μέρες αργότερα, την δευτέρα. Τρεις μέρες. Τρεις μέρες αυτή ήταν εκεί, ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρα, δεμένη και νεκρή, να χάνει το χρώμα της και να μουδιάζει. Η εσωτερική αποσύνθεση λογικά θα είχε αρχίσει ήδη απ’ το Σάββατο βράδυ. Τρεις μέρες. Τρεις μέρες ήταν από πάνω του νεκρή όσο αυτός γυρνούσε απ’ την δουλειά, καθόταν στο δωμάτιο του, μιλούσε, έτρωγε, διάβαζε, αυνανιζόταν. Τρεις ολόκληρες μέρες και τους χώριζαν μόνο μερικά εκατοστά του τσιμεντένιου πατώματος.
 
Πριν πέσει για ύπνο μπήκε στο μπάνιο. Λούστηκε και έπλυνε το πρόσωπο του. Κοιτάχθηκε στον καθρέπτη και θυμήθηκε πως σήμερα ξυρίστηκε χωρίς λόγο. «Κοίτα να δεις μαλακία, πως έρχονται τα πράγματα». Έτριψε τα κουρασμένα μάτια του. Έπρεπε να βιαστεί να πέσει για ύπνο, ο πονοκέφαλος είχε επιστρέψει δριμύτερος.
 
Την επόμενη μέρα, όταν γύρισε απ’ την δουλειά βρήκε την εξώπορτα της πολυκατοικίας κλειστή, διπλοκλειδωμένη. Η πολυκατοικία φοβόταν. Ξεκλείδωσε και μπήκε. Ανεβαίνοντας συνάντησε τον γείτονα από κάτω, χαιρέτισε. Ο άλλος δεν αποκρίθηκε. Πριν από τέσσερις μέρες κάποιος είχε δολοφονηθεί στο πάνω όροφο, και οι γείτονες ακόμα δεν χαιρετούσαν.  Έξω έβρεχε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου